Διεθνές Δίκαιο [open]

Γρηγορίου Παναγιώτης

Περιγραφή

Ι. Εισαγωγή
ΙΙ. Πηγές του Διεθνούς Δικαίου
Α) Οι βασικές πηγές του Διεθνούς Δικαίου κατ’ άρθρο 38 Κατ. Δ.Δ.Χ.
1. Συμβατικό Διεθνές δίκαιο ή Δίκαιο των Συνθηκών (είδη συνθηκών- διεθνείς μονομερείς πράξεις)
2. Το διεθνές εθιμικό δίκαιο (ι) αντικειμενικό στοιχείο: πρακτική κρατών (ιι) opinio juris
3. Οι γενικές αρχές του δικαίου
4. Επιείκεια- ορθόν και ίσον-ευθυδικία (ex aequo et bono)

Β) Αποτελέσματα των Διεθνών Συνθηκών
1. Ο υποχρεωτικός χαρακτήρας
2. Η αρχή της αμοιβαιότητας
3. Αυτοδύναμη εφαρμογή
ΙΙΙ. Υποκείμενα Διεθνούς Δικαίου:
Α) Η εξελικτική πορεία της έννοιας της διεθνούς προσωπικότητας. Από τα υποκείμενα, στους δρώντες και χρήστες του δικαίου
1. Το Κράτος: έδαφος, κυριαρχία, λαός

2. Οι Διεθνείς Οργανισμοί: (ι) ορισμός (ιι) κατηγορίες (ιιι) νομική ισχύς αποφάσεων διεθνών οργανισμών. Αναφορές στο σύστημα του ΟΗΕ, BRETTON WOODS, Ε.Ε. ,
3. Το άτομο ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου και οι υπόλοιποι «χρήστες» του διεθνούς δικαίου: ΜΚΟ, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αντάρτες

Β) Γενι

Περισσότερα  
CC - Αναφορά Δημιουργού
Περιεχόμενο μαθήματος

1) Εισαγωγή στο Διεθνές Δίκαιο

2) Σχολές Σκέψης Διεθνούς Δικαίου 

3) Πηγές του Διεθνούς Δικαίου. Η ιδιαίτερη σημασία των διεθνών συνθηκών

4) Κατάργηση Ισχύος μιας Διεθνούς Συνθήκης

5) Το Δικαίωμα των Λαών στην αυτοδιάθεση

6) Διαδοχή Κρατών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο

7) Διεθνής Ευθύνη

8) Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών: Καταστατικός χάρτης και θεσμικά όργανα

9) Αρχές Pacta sunt servanda και Rebus sic stantibus

10) Γενοκτονίες και εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο

Μαθησιακοί στόχοι

Απόκτηση βασικών γνώσεων γύρω από το διεθνές δίκαιο, έτσι ώστε οι φοιτητές να γνωρίζουν τις δομές λειτουργίας και οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας.

Προαπαιτούμενα

Προαπαιτούμενο μάθημα : Ευρωπαϊκοί θεσμοί (1ο έτος, Β’ εξάμηνο)

Βιβλιογραφία
  • Antonio Cassese, Διεθνές Δίκαιο, Guttenberg, 2012
  • Κ. Μαγκλιβέρας- Κ. Αντωνόπουλος, Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011
  • Στ. Ε. Περράκης, Διαστάσεις της Διεθνούς Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Προς ένα jus universalis, Σιδέρης, 2013
  • Στ. Ε. Περράκης, Ευρωπαϊκό Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συμβούλιο της Ευρώπης- Ευρωπαϊκή Ένωση-ΟΑΣΕ, Σιδέρης, 2013
  • Εμμ. Ρούκουνας, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2011
  • Κ. Χατζηκωνσταντίνου, Χ. Αποστολίδης, Μιλ. Σαρηγιαννίδης, Θεμελιώδεις Έννοιες στο Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Σάκκουλας, 2013

Ενότητες

Το διεθνές δίκαιο αποτελείται από δύο βασικά στοιχεία, το εθιμικό διεθνές δίκαιο και το συμβατικό διεθνές δίκαιο.

 

Το έθιμο: Το έθιμο είναι ο άγραφος κανόνας δικαίου που διαγράφεται από μια επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά με την πεποίθηση δικαίου.

Οι διεθνείς συνθήκες, αξιολογούνται ως η σημαντικότερη πηγή του διεθνούς δικαίου.  Πρόκειται στην ουσία για δηλώσεις βουλήσεως στις οποίες προβαίνουν τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου. Οι δηλώσεις βουλήσεως αυτές έχουν τη μορφή συμβάσεων και μπορούν να συνάπτονται είτε μεταξύ κρατών, είτε μεταξύ κρατών και διεθνών οργανισμών με δικαιοπρακτική ικανότητα (διεθνή νομική προσωπικότητα), είτε μεταξύ διεθνών οργανισμών με δικαιοπρακτική ικανότητα. Απαιτούμενο βήμα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας σύναψης μιας διεθνούς συνθήκης είναι η επικύρωση της.

Υπάρχει περίπτωση οι συνθήκες να έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους, όταν για παράδειγμα μία μεταγενέστερη συνθήκη ρυθμίζει ένα ζήτημα με διαφορετικό τρόπο από ό,τι το ρύθμιζε μια προγενέστερη συνθήκη.

Όταν τα μέρη μίας προγενέστερης συνθήκης, συνομολογήσουν μία νέα συνθήκη, με το ίδιο αντικείμενο, τότε θεωρείται ότι ισχύει η μεταγενέστερη συνθήκη – με άλλα λόγια « η μεταγενέστερη συνθήκη καταργεί πάντα την προγενέστερη εφ’ όσον λαμβάνουν μέρος οι ίδιες χώρες», ισχύει δηλαδή ο κανόνας  “lex prosteriori derogate priori”.  Όταν μια μεταγενέστερη συνθήκη είναι ειδικότερη της προγενέστερης εφαρμόζεται η αρχή “lex specialis derogat generalis”. 

 

Η λήξη μίας συνθήκης πραγματοποιείται με την εκτέλεση των συμβατικών δεσμεύσεων που προβλέπει. Μπορεί επίσης, να επέλθει: α) με την κοινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών – κατάργηση β) με την εκδήλωση της βουλήσεως ενός των συμβαλλόμενων – καταγγελία γ) με την επέλευση εξωτερικών γεγονότων (πόλεμος, διαδοχή κρατών, αδυναμία εκτελέσεως ή μεταβολή των περιστάσεων).

 Η αναστολή ισχύος των συνθηκών, σύμφωνα με το Αρθ.57 Συμβάσεως της Βιέννης 1969 περί Συνθηκών, είναι δυνατή κάτω από προϋποθέσεις. Η αναστολή πραγματοποιείται, είτε κατά πρόβλεψη της ίδιας συνθήκης, είτε υπό τους όρους στους οποίους συμφωνούν μεταγενέστερα όλα τα συμβαλλόμενα κράτη.

 Πολύ σημαντικό ρόλο στην ακυρότητα των συνθηκών παίζει το στοιχείο της κυριαρχίας και το βουλητικό στοιχείο. Σε κάθε συνθήκη πρέπει να πρυτανεύει η καθαρή συναίνεση κάθε κράτους.

Καθαρή συναίνεση έχουμε, όταν κατά τη διάρκεια της συνομολόγησης μιας συνθήκης, δεν έχει προκύψει κάποιο νομικό ελάττωμα, όπως πλάνη, απάτη, εξαναγκασμός. Ωστόσο σημαντική θεωρείται, η εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας, διατήρηση κάποιων πόρων, να διατηρηθεί δηλαδή το επίπεδο των θεμελιωδών αξιών και των συμφερόντων της διεθνούς κοινότητας να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη βούληση του κάθε συμβαλλόμενου κράτους. Σε περίπτωση που τα ανωτέρω δεν γίνονται σεβαστά τότε μοιραία οδηγούμαστε στο αποτέλεσμα της ακυρότητας της συνθήκης.

Η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών είναι μία από τις πλέον αμφισβητούμενες έννοιες του διεθνούς δικαίου, τόσο ως προς τη σημασία της, όσο και ως προς τα όρια της. Η εν λόγω έννοια έχει τις ρίζες της στην δημιουργία των εθνικών κρατών στον ευρωπαϊκό χώρο μετά την κατάρρευση των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Η ένταξη της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και σε άλλες Διεθνείς Συμβάσεις, περιέβαλε την εν λόγω αρχή με θεσμική ισχύ μετασχηματίζοντας την έτσι από απλή ηθική αρχή σε δικαίωμα, που αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο.

Οι αμφισημίες που παρουσιάζει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης κινούνται προς τρεις κυρίως κατευθύνσεις: Η πρώτη αφορά στο κατά πόσο η ίδια η έννοια της αυτοδιάθεσης αναφέρεται στις κυβερνήσεις ή στον πληθυσμό ενός λαού ή μίας ομάδας, δηλαδή στο κατά πόσο η αυτοδιάθεση προκειμένου να ολοκληρωθεί απαιτεί την δημιουργία μίας ανεξάρτητης κυβέρνησης για τη μέχρι πρότινος εξαρτημένη ομάδα ή εάν επιπλέον απαιτείται αυτή η κυβέρνηση να είναι θεσμικά και λειτουργικά ανεξάρτητη και υπόλογη στο λαό της.

Μία δεύτερη αμφισημία αφορά στην ταυτότητα των ομάδων που δικαιούνται να διεκδικήσουν αυτοδιάθεση.

Τέλος, σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος αυτοδιάθεσης είναι πολύ σημαντικό να αναλογισθούμε το είδος και το εύρος της ανεξαρτησίας, το οποίο θα πραγματώσει το δικαίωμα. Αρκεί δηλαδή η δημιουργία ενός νέου κράτους με επαναχάραξη των υπαρχόντων συνόρων ή απαιτείται επιπλέον η διάλυση των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων που μπορεί να επιτρέψουν σε ξένες δυνάμεις να συνεχίσουν να ασκούν επιρροή στα εσωτερικά του νεοϊδρυθέντος κράτους.

Υπάρχουν πολλές ερμηνείες σχετικά με την αυτοδιάθεση των λαών.

Η πρώτη ερμηνεία αναφέρεται στην διαδικασία αποαποικιοποίησης, και συνδέει την αυτοδιάθεση με το δικαίωμα των πρώην αποικιών για ανεξαρτησία από τις μητροπολιτικές δυνάμεις.  Μία δεύτερη ερμηνεία σχετίζεται με την αρχή της εδαφικής κυριαρχίας και το δικαίωμα ενός κράτους στην ανεξαρτησία του. Έτσι, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης στην συγκεκριμένη περίπτωση, νοείται ως το δικαίωμα ενός κράτους να αντιστέκεται σε ξένη επέμβαση, είτε στρατιωτική, είτε άλλης φύσεως. Η τρίτη ερμηνεία υιοθετείται από ομάδες που διεκδικούν ανεξαρτησία ή μεγαλύτερη αυτονομία εντός των συνόρων του κυρίαρχου κράτους. Ονομάζεται εθνικιστική ερμηνεία και εξισώνει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης με το δικαίωμα μίας εθνικής μειονότητας σε ανεξαρτησία από το κράτος, στο οποίο υπάγεται, ή σε πλήρη και αποτελεσματικό έλεγχο της περιοχής, στην οποία αποτελεί την πληθυσμιακή πλειονότητα.

Η διαδοχή κρατών λαμβάνει χώρα όταν ένα έδαφος που βρίσκεται υπό την εποπτεία του κράτους οριστικά τέθηκε υπό την εποπτεία του άλλου κράτους. Το πρώτο κράτος μέλος μπορεί είτε να μετασχηματισθεί (απώλεια εδάφους), ή να εξαφανισθεί και μόνο το δεύτερο κράτος εμφανίζεται ή να αυξήσει την έκταση του. "Διαδοχή των κρατών» αναφέρεται τόσο στην πραγματική κατάσταση που είναι η εδαφική αλλαγή και το νομικό καθεστώς που συνδέεται με τις συνέπειες αυτής της μετάλλαξης. Υπάρχουν μια σειρά από κανόνες που είναι χρήσιμοι για τη διαδοχή κρατών, η οποία είναι συχνά συγκρουσιακή.

Η διεθνής ευθύνη έχει τις ρίζες της σε μια διεθνώς παράνομη πράξη. Αυτό  είναι το θεμέλιο και το πρώτο στοιχείο της ευθύνης, με το οποίο συνδέονται όλα τα  άλλα.  Απόδοση του πταίσματος, βλάβη, αποκατάσταση και ενδεχομένως  ποινή (τιμωρία). Υπάρχει διεθνώς παράνομη πράξη του κράτους, όταν η συμπεριφορά που αντιστοιχεί σε ενέργεια ή παράλειψη οφείλεται, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στο κράτος και ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά παραβίαση διεθνούς υποχρεώσεως. Η  διεθνής παρανομία πηγάζει από την παραβίαση κανόνα διεθνούς δικαίου δηλαδή "να είναι κατά παράβαση της υποχρεώσεων της συνθήκης, ή κατά παράβαση  εθιμικής υποχρέωσης, ή ακόμα και σε καταδικαστέα αποχή από ενέργεια. Η θεωρία διακρίνει μεταξύ παθητικής υποχρεώσεως με την οποία το κράτος υποχρεούται να μην ενεργεί και την ενεργούς υποχρεώσεως με την οποία υποχρεούται να ενεργήσει.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών είναι ένας διεθνής οργανισμός που ιδρύθηκε το 1945. Σήμερα έχει 193 κράτη μέλη. Η αποστολή και το έργο των Ηνωμένων Εθνών καθοδηγούνται από τους στόχους και τις αρχές που καθορίζονται από την ίδρυσή του Χάρτη. Τα βασικά όργανα του ΟΗΕ είναι η Γενική Συνέλευση, το Συμβούλιο Ασφαλείας, το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο, το Συμβούλιο Επιτροπείας, το Διεθνές Δικαστήριο και η Γραμματεία.   Κάθε ένα από τα 193 κράτη μέλη του ΟΗΕ είναι μέλος της Γενικής Συνέλευσης. Η είσοδος ενός νέου μέλους του οργανισμού γίνεται  με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, μετά από εισήγηση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών δίνει την πρωταρχική αρμοδιότητα στο Συμβούλιο Ασφαλείας για τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας. Το Συμβούλιο έχει 15 μέλη (πέντε μόνιμα και 10 μη μόνιμα) το καθένα με μία ψήφο. Σύμφωνα με τον Χάρτη, όλα τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι κυρίως υπεύθυνο για τον καθορισμό της ύπαρξης απειλής κατά της ειρήνης ή εν γένει επιθετικής ενέργειας. Καλεί τα μέρη που εμπλέκονται σε διαφορά για διακανονισμό με ειρηνικά μέσα και προτείνει τρόπους διευθέτησης και όρους διακανονισμού, όπως αυτό κρίνει σκόπιμο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να επιβάλει κυρώσεις ή να επιτρέψει τη χρήση βίας για την διατήρηση ή την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Η προεδρία του ασκείται εκ περιτροπής και εναλλάσσεται κάθε μήνα.

Η Γραμματεία είναι ένα από τα κύρια όργανα του ΟΗΕ. Αποτελείται από διαμερίσματα και γραφεία, το καθένα με συγκεκριμένες αρμοδιότητες και τεχνογνωσία, αλλά και τον συντονισμό καθημερινή τους εργασία για να εξασφαλιστεί η συνοχή των εργασιών του Οργανισμού στην έδρα και στις αντιπροσωπείες σε όλο τον κόσμο. Επικεφαλής της Γραμματείας είναι ο Γενικός   Γραμματέας.

Από το 1994 το Συμβούλιο  Κηδεμονίας  έχει αναστείλει τη λειτουργία του αφού δεν υπάρχουν πλέον εδάφη υπό επιτροπεία. Συγκαλείται πλέον μόνο με ευθύνη του προέδρου του όταν κρίνει ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι.

Το Διεθνές Δικαστήριο εδρεύει στην Χάγη και έχει ως αποστολή του να αποφασίζει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, επί των νομικών αντιδικιών που υποβάλλονται από κράτη και να παρέχει συμβουλευτικές γνώμες για νομικά ζητήματα που θέτουν τα όργανα και οι εξειδικευμένοι οργανισμοί στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους.

H ρήτρα rebus sic stantibus αντιστοιχεί στη νομική εκείνη θεώρηση ότι τα στοιχεία μιας διεθνούς  συνθήκης ή συμφωνίας, ισχύουν μόνον εφόσον οι ουσιαστικές συνθήκες που δικαιολογούσαν τη σύναψη αυτών των πράξεων παραμένουν σε ισχύ και ότι η αλλαγή τους δεν μεταβάλλει ριζικά τις δεσμεύσεις που έχουν αρχικά υιοθετηθεί. Ως εκ τούτου, η εν λόγω ρήτρα επιτρέπει στις διεθνείς συνθήκες ή συμφωνίες  να καταστούν ανεφάρμοστες λόγω θεμελιώδους μεταβολής των αρχικών περιστάσεων κάτω από τις οποίες συνήφθησαν.

Στη διεθνή πρακτική, μια τέτοια ρήτρα διασφάλισης, που ελήφθη υπόψη κατ 'ουσίαν από το άρθρο 62 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969), αποτελεί εξαίρεση από την αρχή pacta sunt servanda ότι δηλαδή πρέπει να γίνουν σεβαστές οι συμφωνίες, όπως αυτή έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 26 της σύμβασης.

Η έννοια της γενοκτονίας εμφανίστηκε το 1944 για να ορίσει την εξόντωση των Εβραίων και των Τσιγγάνων κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου,. Ο όρος ίδια επινοήθηκε από τον Πολωνό δικηγόρο Raphael Lemkin για να περιγράψει τα μαζικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν από τη ναζιστική Γερμανία αλλά και σε βάρος των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1915. Παρά το γεγονός ότι απουσιάζει εντελώς από τη Συμφωνία του Λονδίνου του 1945, η έννοια θα χρησιμοποιηθεί για πρώτη φορά από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης στα κατηγορητήρια. Η αναγνώριση θα έρθει το 1948 με την υιοθέτηση της πρωτοβουλίας των Ηνωμένων Εθνών, μέσω της Σύμβασης Γενοκτονίας, που θα διακρίνει το έγκλημα της γενοκτονίας των άλλων εγκλημάτων που διαπράττονται από σύγκρουση.

Το άρθρο ΙΙ της Σύμβασης ορίζει ως γενοκτονία κάθε πράξη "που διαπράττεται με σκοπό την καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ως τέτοιας". Συγκεκριμένα, ως τέτοιες πράξεις θεωρούνται :

  • Δολοφονία μελών της ομάδας
  • Πρόκληση σοβαρών σωματικών ή διανοητικών βλαβών σε μέλη της ομάδας
  • Την αυθαίρετη επιβολή στην ομάδα συνθηκών διαβίωσης που αποσκοπούν φυσική εξόντωσή της
  • Μέτρα για την πρόληψη των γεννήσεων εντός της ομάδας
  • Δια της βίας μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα.

Όπως προκύπτει από τον ορισμό αυτό τα τρία βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την γενοκτονία είναι : το υλικό στοιχείο, το στοιχείο της προθέσεως, και η έννοια της ομάδας.

Αν και ο όρος «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» αναφέρεται στο 1915 σε μια διπλωματική ανακοίνωση σχετικά με τη σφαγή των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η έννοια προσδιορίσθηκε το 1945 και νομικά  από τον Χάρτη Διεθνούς Στρατοδικείου  της Νυρεμβέργης (άρθ. 6 (γ)).

Η έννοια αυτή αποτελείται από μια σειρά ιδιαίτερα ειδεχθών εγκλημάτων, όπως η ανθρωποκτονία, η εξόντωση, η υποδούλωση, η απέλαση και η δίωξη όταν διαπράττονται εναντίον αμάχων, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.

Στον ορισμό του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που δόθηκε στη Νυρεμβέργη, διαφαίνεται ως απαραίτητη μια σύνδεση μεταξύ αυτού του εγκλήματος και της ένοπλης σύγκρουσης. Αυτή η άποψη δεν ήταν ιδιαίτερα σαφής πριν  από το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (άρθρο 5), ώστε να συμπεριλάβει το πλαίσιο της μη διεθνούς ένοπλης σύρραξης στον ορισμό. Στη συνέχεια, η περί των ένοπλων συγκρούσεων αναφορά έχει εκλείψει εντελώς κατά την έγκριση του καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα (άρθρο 3) και του Καταστατικού της Ρώμης για την ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (άρθρο 7), οπότε  έγκλημα κατά της ανθρωπότητας μπορεί να θεωρηθεί ότι  διαπράττεται.

Ως εκ τούτου, το θεμέλιο της σύγχρονης προσέγγισης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που είχαν. Η έννοια αυτή αποτελείται από μια σειρά ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, όπως η ανθρωποκτονία, εξόντωση, υποδούλωση, απέλαση και η δίωξη όταν διαπράττονται εναντίον των αμάχων, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.

Στον ορισμό του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας δοθεί στη Νυρεμβέργη, μια σύνδεση μεταξύ αυτού του εγκλήματος και στο πλαίσιο της ένοπλης σύγκρουσης ήταν απαραίτητη. Αυτή η κατάσταση ήταν χαλαρή πρώτα από το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (άρθρο 5), ώστε να συμπεριλάβει τα πλαίσια της μη διεθνή ένοπλη σύρραξη στον ορισμό. Στη συνέχεια, η απαίτηση πλαίσιο των ένοπλων συγκρούσεων έχει εξαφανιστεί εντελώς κατά την έγκριση του καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα (άρθρο 3) και του Καταστατικού της Ρώμης για την ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (άρθρο 7) ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας μπορούν να αναληφθούν σε περιόδους πολέμου και σε περιόδους ειρήνης.

Επιπλέον, το καταστατικό του ICTR και το ΔΠΔ εισήγαγε ένα νέο στοιχείο, που ήδη αναφέρθηκε στη νομολογία του ICTY και άλλα έγγραφα: ότι οι παραπάνω πράξεις μπορεί να ανέλθει σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, πρέπει να δεσμευτεί " ως μέρος μιας ευρείας ή συστηματικής επίθεσης », που αποκλείουν απομονωμένες ή τυχαίες πράξεις. Ωστόσο, μόνο μία πράξη, εφόσον διαπράττονται ως μέρος ευρείας ή συστηματικής επίθεσης, μπορεί να θεωρηθεί ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Το κλειδί είναι ότι ο δράστης γνωρίζει αυτό το πλαίσιο της ευρείας και συστηματικής επίθεσης κατά του άμαχου πληθυσμού στο οποίο διαπράττει την πράξη. Αν και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας έχουν συχνά πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της κρατικής πολιτικής, λόγω του απαιτούμενου επιπέδου οργάνωσης και της κλίμακας των εγκλημάτων, ο ορισμός δεν αποκλείει ότι έχουν επίσης δεσμευθεί από άλλους οντότητες, όπως παραστρατιωτικές δυνάμεις, αντάρτικων κινημάτων, των τρομοκρατικών οργανώσεων.

Μια σημαντική εξέλιξη ήταν η αναγνώριση του βιασμού ως μέρος των πράξεων που μπορεί να συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (άρθρο 5 (ζ) του Καταστατικού του ICTY, το άρθρο 3 του καταστατικού ICTR). Η εξέλιξη αυτή επεκτάθηκε αργότερα και σε άλλες μορφές σεξουαλικής βίας στο Καταστατικό της Ρώμης (άρθρο 7 (ζ), βλέπε παρακάτω).

Το άρθρο 7 του Καταστατικού της Ρώμης καθιερώνει έναν μη εξαντλητικό κατάλογο των πράξεων που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όταν διαπράττονται ως μέρος ευρείας ή συστηματικής επίθεσης, η οποία στρέφεται εναντίον άμαχου πληθυσμού, με γνώση της επίθεσης:

Δολοφονία, Εξόντωση, Υποδούλωση, Απέλαση ή βίαιη μετακίνηση πληθυσμού, Φυλάκιση ή άλλη σοβαρή στέρηση της φυσικής ελευθερίας στην παραβίαση των θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου, Βασανιστήρια, ο βιασμός, η σεξουαλική δουλεία, ο εξαναγκασμός σε πορνεία, η αναγκαστική εγκυμοσύνη, η αναγκαστική στείρωση, ή οποιαδήποτε άλλη μορφή σεξουαλικής βίας ανάλογης σοβαρότητας., αναγκαστική εξαφάνιση  ατόμων, έγκλημα του απαρτχάιντ.

Δίωξη κατά οποιασδήποτε αναγνωρίσιμης ομάδας ή συλλογικότητας φυλετικής, εθνικής, εθνοτικής, πολιτιστικής, θρησκευτικής,  με άσκηση οποιασδήποτε πολιτικής.

Ως εκ τούτου, το θεμέλιο της σύγχρονης προσέγγισης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που είχαν. Η έννοια αυτή αποτελείται από μια σειρά ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων, όπως η ανθρωποκτονία, εξόντωση, υποδούλωση, απέλαση και η δίωξη όταν διαπράττονται εναντίον των αμάχων, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.

Στον ορισμό του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας δοθεί στη Νυρεμβέργη, μια σύνδεση μεταξύ αυτού του εγκλήματος και στο πλαίσιο της ένοπλης σύγκρουσης ήταν απαραίτητη. Αυτή η θέση  ήταν χαλαρή πρώτα από το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (άρθρο 5), ώστε να συμπεριλάβει τα πλαίσια της μη διεθνή ένοπλη σύρραξη στον ορισμό. Στη συνέχεια, η απαίτηση πλαίσιο των ένοπλων συγκρούσεων έχει εξαφανιστεί εντελώς κατά την έγκριση του καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για τη Ρουάντα (άρθρο 3) και του Καταστατικού της Ρώμης για την ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (άρθρο 7) ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας μπορούν να αναληφθούν σε περιόδους πολέμου και σε περιόδους ειρήνης.

Επιπλέον, τα καταστατικά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Ρουάντα και του ΔΠΔ εισήγαγαν ένα νέο στοιχείο, που ήδη αναφέρθηκε στη νομολογία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία ότι δηλαδή οι παραπάνω πράξεις μπορεί να αναχθούν σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, " εφόσον αξιολογηθούν ως μέρος μιας ευρείας ή συστηματικής επίθεσης »,  ενώ αποκλείεται να πρόκειται για απομονωμένες ή τυχαίες πράξεις. Ωστόσο, μόνο μία πράξη, εφόσον διαπράττεται ως μέρος ευρείας ή συστηματικής επίθεσης, μπορεί να θεωρηθεί ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Είναι σημαντικό ότι ο δράστης να γνωρίζει αυτό το πλαίσιο της ευρείας και συστηματικής επίθεσης κατά του άμαχου πληθυσμού σε βάρος του οποίου διαπράττει την πράξη. Αν και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας έχουν συχνά πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο κρατικής πολιτικής, λόγω του απαιτούμενου επιπέδου οργάνωσης και της κλίμακας των εγκλημάτων, ο ορισμός δεν αποκλείει ότι έχουν επίσης διαπραχθεί και από άλλες οντότητες, όπως παραστρατιωτικές οργανώσεις, αντάρτικα κινήματα, τρομοκρατικές οργανώσεις.

Ανοικτό Ακαδ. Μάθημα

Ανοικτά Ακαδημαϊκά Μαθήματα
Επίπεδο: A+

Αρ. Επισκέψεων :  7080
Αρ. Προβολών :  32540